Posted on

Αντώνης Ζαΐρης: Θετικές κυβερνητικές ενδείξεις σε δυσμενές διεθνές περιβάλλον

Share

Η ενίσχυση του ρυθμού ανάπτυξης κοντά στο 3% και η αναβάθμιση της χώρας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης σε επενδυτική βαθμίδα θα ανοίξουν τον δρόμο στη μείωση του κόστους δανεισμού και στη βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους.

Στον απόηχο της ομιλίας του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, στους τέσσερις στρατηγικούς άξονες προτεραιότητας πολιτικής περιλαμβάνονται: η φορολογική πολιτική με ελαφρύνσεις και η αύξηση της εισπραξιμότητας, τα εργασιακά με άρση της υπερ-ρύθμισης της αγοράς εργασίας, οι επενδύσεις με άρση όλων των αντικινήτρων και η νέα ψηφιακή πραγματικότητα μέσω της οποίας το στοίχημα της ανάπτυξης θα γίνει πραγματικότητα για όλους. Υπάρχουν όμως και επιπλέον ενθαρρυντικά στοιχεία που «μαρτυρούν» την αλλαγή κλίματος και έρχονται κυρίως να επιβεβαιώσουν μέσα από τη βελτίωση μακρο-οικονομικών δεικτών, την αλλαγή ψυχολογίας στην πραγματική οικονομία.

Με βάση επιπρόσθετα τελευταία επίσημα στοιχεία της διεύθυνσης οικονομικής ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας σχετικά με το ελληνικό ΑΕΠ του δευτέρου τριμήνου, προκύπτουν τα εξής: ρυθμός μεγέθυνσης στο 1,9% ετησίως από το 1,1% του πρώτου τριμήνου με συνεισφορά 1,8 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ, διόγκωση κατά 3,7% των εξαγωγών και συνεισφορά κατά 0,5 μονάδες στο ΑΕΠ, ενίσχυση της δημόσιας κατανάλωσης κατά 5,3% που συνέβαλε κατά 1,1 ποσοστιαίες μονάδες στην ετήσια αύξηση του ΑΕΠ (ενώ μικρή κατά 0,7% συρρίκνωση ιδιωτικής κατανάλωσης οφείλεται πιθανώς στο έντονο προεκλογικό κλίμα που προηγήθηκε).

Οι προβλέψεις για τις εκτιμήσεις του ρυθμού ανάπτυξης για το 2019 είναι εξαιρετικά ενθαρρυντικές, όπως και για την επίτευξη στόχου πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% που, παρά τη δυσμενή δημοσιονομική επιδείνωση της τάξης των 2 δισ. του πρώτου εξαμήνου, τα αποτελέσματα του τρίτου τριμήνου δείχνουν ότι κινούμεθα εντός στόχου. Οι τελευταίες εξάλλου, πάντα τεκμηριωμένες, δηλώσεις του κεντρικού τραπεζίτη, ότι η μεγάλη αποκλιμάκωση αποδόσεων των ομολόγων που έχει συντελεστεί θα καταστήσει πιο εύκολη τη μείωση στόχου για το πρωτογενές πλεόνασμα μετά το 2022, προδηλώνουν τις επόμενες κινήσεις που πρέπει να γίνουν και οι οποίες ταυτίζονται με τη στρατηγική πρόθεση της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού.

Είναι ιδιαίτερα σημαντική η ένταξη της χώρας σε επενδυτική βαθμίδα και η αξιολόγησή της από τους διεθνείς οίκους, που προϋποθέτουν την εμπέδωση, όχι μόνο στο εσωτερικό αλλά και στο εξωτερικό μέτωπο, της ρεαλιστικής επίτευξης ρυθμού ανάπτυξης κοντά στο 3%. Αν αυτά συνδυαστούν και με την ένταξή μας αυτή τη φορά στο νέο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, τότε η μείωση του κόστους δανεισμού και η βελτίωση της βιωσιμότητας του χρέους θα έρθουν αναπόφευκτα.

Η αλήθεια είναι ότι η στοχοποίηση πρέπει να επικεντρωθεί στη μείωση των τόκων (που στην ουσία είναι 3,5% πρωτογενές πλεόνασμα επί του χρέους), καθώς βάσει συμφωνίας το κεφάλαιο/χρέος δεν πειράζεται, η οποία μπορεί να επιτευχθεί με δύο τρόπους, είτε με μείωση των επιτοκίων είτε με επαναδιαπραγμάτευση μείωσης του χρέους. Η πρώτη προτεινόμενη λύση απαιτεί τη συναίνεση των εταίρων όπου με την ταυτόχρονη ολοκλήρωση των διαρθρωτικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων τις οποίες έχει ανάγκη η χώρα για απελευθέρωση εξαγωγών και ενίσχυση ανταγωνιστικότητας και που σε συνδυασμό με ένα νέο QE είναι αρκετά πιθανό, μέσω και της ανάπτυξης, να διευκολυνθεί η αποπληρωμή του χρέους και να χρειαστεί μικρότερο ποσό τόκων που πρέπει να αποπληρωθεί.

Ολα αυτά βεβαίως απαιτούν αρκετές υποθέσεις για να υλοποιηθούν και ως εκ τούτου η δεύτερη λύση, της μείωσης του χρέους (που ήδη έχει σκαρφαλώσει στα 300 δισ., δηλαδή 182% του ΑΕΠ) μέσω νέας διαπραγματευτικής ρύθμισης, θα προκαλέσει διεκδικήσεις επίτευξης μικρότερου πρωτογενούς πλεονάσματος και θα διευκολύνει περαιτέρω τη διαχείριση και άρα τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους.

Με δεδομένη ωστόσο την ορθώς επιλεγείσα στρατηγική της κυβέρνησης που, όπως συνάγεται, υπερθεματίζει της άποψης ότι όλοι οι δρόμοι – επιλογές οικονομικής πολιτικής πρέπει να οδηγούν στην ανάπτυξη, υπάρχει από την άλλη και η διαχείριση ενός ιδιαίτερα τοξικού, διεθνούς περιβάλλοντος που προοιωνίζεται νέα, πιθανή σφοδρότερη κρίση εντός των επομένων δύο ετών, παρά τις ασφυκτικές πιέσεις που ασκεί ο Τραμπ για μείωση των επιτοκίων με σκοπό, υποπτεύομαι, να σκηνοθετήσει μία πραγματικότητα αναθέρμανσης της πραγματικής οικονομίας και διατηρήσιμης ανάπτυξης, «ροκανίζοντας» έτσι τον χρόνο μέχρι τις επόμενες αμερικανικές εκλογές.

Η πραγματικότητα όμως δεν σκηνοθετείται, καθώς έχει χαρακτηριστικά αυθυπαρξίας και αυτονομίας και αν αυτή σκηνοθετηθεί έχει τη διάρκεια μόλις ενός έργου, δηλαδή περιορισμένου χρόνου. Η πραγματικότητα όμως είναι μία και είναι αυτή που βιώνουμε όλοι: πολίτες, αγορά, funds, κυβέρνηση. Το δυσμενές ωστόσο και δυσάρεστο διεθνές περιβάλλον αναλύεται σε τέσσερα κυρίως μέτωπα:

• Στο κακό και ασταθές περιβάλλον κυβερνησιμότητας στην Ιταλία όπου, παρά την πρόσκαιρη επίτευξη λύσης κυβερνητικής συνεργασίας με τη συνδρομή των Πέντε Αστέρων, ελλοχεύει ο κίνδυνος παλινόρθωσης, εντός ολίγου, των λαϊκιστών.

• Στη γερμανική πραγματικότητα ύφεσης έπειτα από δύο αρνητικά τρίμηνα ανάπτυξης, που τώρα θα αρχίσει να καταλαβαίνει ότι η ύφεση δεν αντιμετωπίζεται με τα συμβατικά μέσα που επέβαλε σε άλλους, όπως η σκληρή και εμπροσθοβαρής δημοσιονομική προσαρμογή στην Ελλάδα, αλλά π.χ. με ποσοτική χαλάρωση και δημοσιονομικό ορθολογισμό. Μην ξεχνάμε ότι η Γερμανία είναι ο πρώτος εισαγωγέας τόσο ελληνικών όσο και τουρκικών προϊόντων.

• Στον εμπορικό πόλεμο που για δικούς του λόγους έχει κηρύξει ο Τραμπ στην Κίνα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες με την υπερβάλλουσα δασμολόγηση και τις προστατευτικές του πολιτικές, που πρωτίστως απειλούν τις εξαγωγές της Γερμανίας με ολέθριες επιπτώσεις στο ΑΕΠ της. Η πρόταση λύσης από πλευράς κυβέρνησης ήταν μια επιθετική δημοσιονομική πολιτική περικοπής φόρων ή και αύξησης δημοσίων δαπανών μέσω επενδύσεων.

• Στον αδίστακτο πολιτικά και ανυπόφορα αντιαισθητικό Μπ. Τζόνσον που επέμενε αλλά την «πάτησε» σε ένα no deal Βrexit που όμως, είτε έτσι είτε αλλιώς, έχει ευρωπαϊκές επιπτώσεις όπως: μετατόπιση της ισορροπίας δυνάμεων εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ζημίες για επιχειρήσεις και τράπεζες λόγω μειωμένης ρευστότητας, απώλεια συνεισφοράς του 5,8% που αντιπροσωπεύει το Ηνωμένο Βασίλειο στον κοινοτικό προϋπολογισμό, ενισχυμένο κλίμα αβεβαιότητας και ανασφάλειας λόγω απώλειας ενός σημαντικού εταίρου αλλά και βάσιμη υποψία ότι στον δρόμο της Μ. Βρετανίας θα ακολουθήσουν και άλλοι.

Αλλά και όσον αφορά τη χώρα μας δεν πρέπει να λησμονούμε ότι αναλογικά το 1,7% των συνολικών εξαγωγών μας προορίζεται στη Μ. Βρετανία, το 0,3% των μετοχών που τελούν υπό διαπραγμάτευση στα βρετανικά χρηματιστήρια ανήκουν σε ελληνικά χέρια και οι τραπεζικές συναλλαγές Βρετανίας – Ελλάδας βρίσκονται στα επίπεδα του 24% του ελληνικού ΑΕΠ.

Από την ανάλυση συνάγεται ότι όλες οι πράξεις ανεύθυνων πολιτικών ηγεσιών έχουν κόστος και επιπτώσεις για Ευρωπαίους και Ελληνες πολίτες που στο όνομα βεβαίως της πλειοψηφούσας δημοκρατίας που επικαλούνται, «ξεπλένονται» οι αντιδημοκρατικές συμπεριφορές των ηγετών κάποιων χωρών.

* Ο δρ Αντώνης Ζαΐρης είναι αναπλ. αντιπρόεδρος ΣΕΛΠΕ, μέλος της Ενωσης Αμερικανών Οικονομολόγων και της Αμερικανικής Φιλοσοφικής Εταιρείας.

Source: Ελληνική Οικονομία | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Author: